διαδεδομένων

διαδεδομένων
διαδίδωμι
pass on
perf part mp fem gen pl
διαδίδωμι
pass on
perf part mp masc/neut gen pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Κέλτες — Λαός της κεντρικής Ευρώπης, ο οποίος, από τη 2η χιλιετία π.Χ., άρχισε να μεταναστεύει σε διάφορες περιοχές της Ευρώπης. Οι Κ., έπειτα από αλλεπάλληλες μεταναστεύσεις, έφτασαν στην Ιβηρική χερσόνησο, στα Βρετανικά νησιά και στην Ιταλία (κατάληψη… …   Dictionary of Greek

  • λεπιδόπτερα — (lepidoptera). Μεγάλη τάξη oλομετάβολων εντόμων, δηλαδή εντόμων με πλήρη μεταμόρφωση, τα οποία φέρουν την κοινή ονομασία ψυχές ή πεταλούδες όταν βρίσκονται στο στάδιο του ώριμου ή ακμαίου ατόμου. Το στάδιο της προνύμφης ονομάζεται κάμπη και το… …   Dictionary of Greek

  • μαρμαρυγίας — ο (ορυκτ.) σημαντική ομάδα πολύ διαδεδομένων πετρογενετικών υλικών που χαρακτηρίζονται από τέλειο σχισμό, κν. μίκα …   Dictionary of Greek

  • νομισματολογία — Η λέξη νόμισμα παράγεται από τη λέξη νόμος και σημαίνει το νόμιμο, δηλαδή το νόμιμο μέτρο των αξιών. Τα πρώτα νομίσματα κόπηκαν κατά τα μέσα του 7ου αι. π.Χ. στη Μικρά Ασία, στο βασίλειο της Λυδίας ή στις ελληνικές πόλεις της Ιωνίας. Ο ακριβής… …   Dictionary of Greek

  • ολιβίνης — Πυριτικό ορυκτό [(Mg,Fe)2SiO4] που κρυσταλλώνεται στη ρομβική ολοεδρία και αποτελείται από μια ισόμορφη παράμειξη φορστερίτη (Mg2SiO4) και φαϋαλίτη (Fe2SiO4). Έχει συνήθως χρώμα πράσινο (ελαιοπράσινο, φιαλοπράσινο, κιτρινοπράσινο ή, σπανιότερα… …   Dictionary of Greek

  • ορθοπυρόξενος — ο (ορυκτ.) περιληπτική ονομασία μελών μιας σειράς πολύ διαδεδομένων πυριτικών ορυκτών τα οποία ανήκουν στην ομάδα τών πυροξένων. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνειος επιστημον. όρος, πρβλ. αγγλ. orthopyroxene (< ορθός + πυρόξενος)] …   Dictionary of Greek

  • πλαγιόκλαστο — το, Ν (ορυκτ.) ονομασία που δίνεται στα μέλη μιας σειράς πολύ διαδεδομένων ορυκτών τής ομάδας τών αστρίων, τα οποία απαντούν συνήθως με τη μορφή ανοιχτόχρωμων υαλωδών, διαφανών ώς ημιδιαφανών, εύθρυπτων κρυστάλλων. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ.… …   Dictionary of Greek

  • πορφύρα — I Σύνδρομο που χαρακτηρίζεται από τριχοειδείς αιμορραγίες του δέρματος, των βλεννογόνων ή του παρεγχύματος. Στο δέρμα η π. εκδηλώνεται με μικρές κόκκινες κηλίδες που δεν εξαλείφονται αν πιεστούν με γυάλινη πλάκα. Οι π. διαιρούνται σε δύο μεγάλες… …   Dictionary of Greek

  • πουλάδα — και παλ. τ. πουλλάδα, η, Ν 1. νεαρή κότα 2. στον πληθ. οι πουλάδες ζωολ. κοινή ονομασία ευρύτατα διαδεδομένων υδρόβιων γερανόμορφων πτηνών τής οικογένειας ραλλίδες, αλλ. νερόκοτες. [ΕΤΥΜΟΛ. < πουλί + κατάλ. άδα (πρβλ. αγελ άδα)] …   Dictionary of Greek

  • ροδοτόρουλα — η, Ν (μυκητ.) γένος δευτερομυκήτων που ανήκει στους βλαστομύκητες τής τάξης κρυπτοκοκκώδη και το οποίο περιλαμβάνει είδη πολύ διαδεδομένων στην ατμόσφαιρα ζυμομυκήτων …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”